ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΛΕΝΑ ΣΤΟΥΓΓΙΩΤΗ
info@streetmagazine.gr

Μία φορά και έναν καιρό, ήταν ένα μικρό κοριτσάκι που πίστευε στην αναγέννηση της ψυχής.

Είχε δει τα μεγάλα βιβλία με το καφέ εξώφυλλο που έχουν οι γονείς στις βιβλιοθήκες τους και έχουν να νιώσουν το ανθρώπινο άγγιγμα για πολλά χρόνια. Η σκόνη πάνω τους της προκαλούσε μια μεγάλη μελαγχολία και ήθελε με κάποιον τρόπο να απαλύνει τον πόνο τους.

Ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, όπου τα τζιτζίκια έκαναν πάρτι και οι γονείς της έσταζαν από τον ιδρώτα προσπαθώντας να κλείσουν για λίγο τα μάτια τους, πήρε την απόφαση να ξεσκονίσει τις παλιές σελίδες ενός βιβλίου. Έτσι ήρθε πρώτη φορά σε επαφή με την έννοια της αναγέννησης της ψυχής. Το κορίτσι αυτό ήταν αρκετά μεγάλο για να διαβάζει καλά, αλλά αρκετά μικρή για να οργιάζει ακόμη η φαντασία της. Μα πόσο φανταστικό θα ήταν να ξέρεις τι θα ξαναγεννηθείς; Και πόσο μάλλον να έχει την επιλογή να διαλέξεις! Κάθε μέρα μία νέα σκέψη ξεφύτρωνε στο κεφάλι της: μπορώ να γίνω μία βιβλιοθήκη που να κρατά όλα τα βιβλία μίας οικογένειας, ή να γίνω το τηγάνι που θα φτιάχνει αυγά, σαν αυτά που μου έφτιαξε σήμερα η μαμά για πρωινό!

Τα χρόνια περνούσαν και συνεχώς πρόκυπταν νέες ιδέες: τη μία μέρα λαχταρούσε να γίνει σκύλος ή γάτα που όλη μέρα θα γλείφεται, θα τρώει μέχρι να φουσκώσει η κοιλιά και θα περιμένει νωχελικά τα ανθρώπινα χάδια που θα προκαλέσουν έναν ήρεμο και γλυκό ύπνο. Την άλλη μέρα ήθελε να πετάξει! Αχ να ήμουν παπαγάλος, γλάρος ή φλαμίνγκο! Πόσα μέρη θα μπορούσα να δω και πόσους νέους φίλους θα έκανα!

Το κορίτσι συνέχισε να μεγαλώνει και ζητούσε από τους γονείς της να την βοηθήσουν στην εξερεύνηση της επόμενης ταυτότητάς της: Μαμά μπαμπά, γίνεται να πάμε στον ζωολογικό κήπο; Οι γονείς της σάστισαν. Μα γιατί μικρή μου πριγκίπισσα; Ρώτησε ο μπαμπάς. Θέλω να δω και άλλα ζώα που μέχρι τώρα δεν έχω δει. Και έτσι έγινε. Με βαριά καρδιά, το ζευγάρι πήρε την μικρή, αλλά όχι τόσο μικρή τους κόρη, και πήγανε στον πιο κοντινό ζωολογικό κήπο της περιοχής τους. Μαμά, μπαμπά, τα ζώα γιατί δε μας κοιτάνε; Μαμά μπαμπά; Τι έχουν εκείνα τα πιθηκάκια και δεν κρέμονται από τα δέντρα τους; Μα τα λιοντάρια θα έπρεπε να είναι μεγαλόσωμα και δυνατά, αυτά εδώ γιατί μοιάζουν τόσο μικρά; Μαμά; Πονάει αυτό; Γιατί αυτό κάθεται μόνο του; Γιατί είναι τόσα πολλά ζώα σε τόσο μικρό χώρο;

Πολλές ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες εκείνη την ήμερα και το κορίτσι κατάλαβε απότομα. Ποτέ ξανά δεν θέλησε να γίνει κάποιο άγριο ζώο, της έφταναν και τα οικόσιτα. Αυτά σίγουρα περνάνε καλύτερα και δεν πονάνε. Έχοντας πάρει την απόφασή της, κατάφερε να κοιμηθεί το βράδυ. Μέχρι που είδε τον Ψιψίνο να πεθαίνει από φόλα. Είχε βγει για την καθιερωμένη του βόλτα, να φλερτάρει και να κορτάρει καμία γάτα της γειτονιάς. Εκείνη τη μέρα γύρισε πιο νωρίς από ότι συνήθως, με αφρούς στο στόμα και ένα βλέμμα απόλυτης απόγνωσης. Πάνε και οι βλέψεις της για οικόσιτο. Πουθενά δεν είσαι ασφαλής, ήταν η σκέψη της.

Το κορίτσι μεγάλωνε και πλέον γινόταν κοπέλα. Ωρίμαζε το σώμα της μαζί και το μυαλό της. Της ήτανε παράξενο να καταλάβει γιατί τα αγόρια στο σχολείο της την κοίταγαν πλέον με άλλον τρόπο. Μέχρι τώρα παίζανε μαζί, έμοιαζαν και ήταν ίδιοι. Ούτε εγώ ήθελα να αλλάξει το σώμα μου. Πονάω όταν μου έρχεται περίοδος και δε θέλω να τρέξω ενώ φοράω σερβιέτα. Ούτε τα παλιά μου μπλουζάκια μπορώ να βάλω, ούτε τις παλιές μου φούστες γιατί πλέον είναι πιο στενά πάνω στο σώμα μου και οι κύριοι έξω στον δρόμο με κοιτάνε παράξενα. Αηδιάζω αλλά δεν ξέρω γιατί. Τι εννοείς πρέπει να ξυριστώ; Μα δεν με ενοχλεί η τρίχα μου. Τα φρύδια μου γιατί να τα πειράξω; Ούτε αντισυλληπτικά θέλω να πάρω, έχω διαβάσει ότι επηρεάζουν τις ορμόνες. Στο υπόσχομαι θα προσέχω.

Όσο και να μην ήθελε να το παραδεχτεί, βαθιά μέσα της δεν ήθελε στην επόμενή της ζωή να ξαναγεννηθεί γυναίκα. Την φόβιζε να περπατάει μόνη της στον δρόμο, απέφευγε να την αγγίζουν, πρόσεχε πάντα το ποτό της όταν έβγαινε.

Μαμά δεν ήθελε να γίνει σίγουρα. Δεν της άρεσε που έβλεπε τη μαμά της να κοιτιέται στον καθρέφτη, να αντικρίζει το σώμα της και να στεναχωριέται. Δεν ήθελε να κάνει μόνο εκείνη δουλειές στο σπίτι και να ζει για να μεγαλώσει τα παιδιά που έκανε με έναν άλλον άνθρωπο ενώ παράλληλα θα χρειαζόταν να δουλεύει. Ήθελε να ζήσει για εκείνη και ως γυναίκα δεν θα είχε την δυνατότητα.

Οι επιλογές ξεκίνησαν να μειώνονται με το πέρασμα του χρόνου. Όλο και περισσότερες απογοητεύσεις, τα όνειρά της γκρεμίζονταν. Κατέληξε στο να γίνει άνεμος: να δροσίζει τους ανθρώπους τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού, να σκουπίζει τα δάκρια από θλιμμένα πρόσωπα, να μεταφέρει την γύρη από άνθος σε άνθος και να σβήνει τις φωτιές που ανάβουν οι άνθρωποι. Ο άνεμος δεν την είχε προδώσει. Της έδινε την ελπίδα πως ακόμα μπορεί να βρει κάτι καλό μέσα σε όλη στην ασχήμια που αντίκρυσε.

Mia fora ki enan kairo site
cookies

This website uses cookies not only for your best possible experience, but also because we love them...