ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΔΕΣΠΟΤΕΣ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΑΛΛΗ ΤΡΙΚΑ
info@streetmagazine.gr

Ήταν μεσημέρι, Ιουλιος. Περιέργως μετά από μέρες είχε ένα ελαφρύ αεράκι που εκτός από την ανακούφιση της δροσιάς διέχεε στην άτομο σφαίρα  κι τη μυρωδιά του ιωδίου  . Εκείνοι ξαπλωμένοι στο στέκι τους , απολάμβαναν τη σιέστα τους και έπαιρναν δυνάμεις για την απογευματινή τους γύρα στην πόλη . Όμως αυτή η γύρα θα άλλαζε τα πάντα .

Η ώρα 8 όλοι έτοιμοι για νέες περιπέτειες , οι 4 τους . Η πόλη τους ανήκε , ο κόσμος του ανήκε είχαν γεμάτα στομάχια , δεν διψούσαν  και μετά από κάτι κονσέρβες που τους έδωσε η κυρα Λενη πριν καμία εβδομάδα  περιέργως σταμάτησαν να φαγουριζονται . 

Οι φανταστικ φορ ακολουθούσαν την ίδια διαδρομή χρόνια . Ο γύρος της πόλης – ο γύρος του θριάμβου για αυτούς . Χάδια και κανένα τιπ , συγκεκριμένες στάσεις εκτός απροόπτου .

Σήμερα το απρόοπτο ήταν αυτή η γάτα που κατέληξε πάνω στο αλμυρίκι να ακροβατεί και οι 4 τους από κάτω να την κοιτάνε και να την προσκυνάνε , αυτο αν δεν είχε ήχο η σκηνή γιατί στην πραγματικότητα τα γαβγίσματα ήταν τόσο δυνατά που περαστικοί πήραν το λίθο και στο όνομα της σωτηρίας της ψιψίνας τον εκσφενδονίσαν  και να που οι φανταστικ φορ έγιναν καπνός .

Φτάσαν στο ταχυδρομείο όλα καλά , ενταξει-εντάξει δεν τα πήγαν καλά με Τη γάτα αλλά η πέτρα πήγε στο βυθό της θαλλασας και όχι στο κεφάλι τους . Το λες και επιτυχία . Στο ταχυδρομείο είναι καλά , είναι πιάτσα εκεί . Σίγουρο βραδινό από τον κυρ Παντελή με τη σουβλακερη, έχουν υπομονή , ξέρουν κανα δίωρο πρέπει να είναι σαντ μπαι για να έρθει κάτι καλό . Ηρθε , όπως κάθε βράδυ . Και φαγητό και χάδι και φιλοφρονήσεις . Δεν ξέρουν τι λένε οι άνθρωποι στη γλώσσα τους αλλά καταλαβαίνουν όταν αλλάξουν τον τόνο της φωνής τους , όταν γίνεται πιο γλυκός και κάποιες φορές από κάποιες κύριες πιο τσιριχτός . Τους αρέσει ιδιαίτερα ο τσιριχτός γιατί 9 στις 10 φορές συνοδεύεται με χαδακι.

Γεμάτοι συναίσθημα και στομαχικά , ξεκινάνε το δρόμο της επιστροφής . Η ώρα 11.30 και η μέρα Τετάρτη  . Ηρεμία στην μικρή μας πόλη .

Είχαν φτάσει στο «σπίτι» , δυο στενά πριν άκουσαν μια τσιριχτή φωνή που μόνο χάδι δε θύμιζε . Οι 3 περασαν το δρόμο και ο 4ος έμεινε εκεί ξαπλωμένος στις ρόδες του μαύρου τζιπ . Ξαπλωμένος άρχιζε να χρωματίζει της άσφαλτο να το κοκκιναδι που γεμίζει το κορμί του . Η τσιριχτή φωνή δε σταμάτησε ήταν εκεί όση ώρα ήταν και εκείνος στην άσφαλτο . 

Οι 3 τους πλέον δεν ηταν φανταστικ  , ηταν τρωτοί και μόνοι . Ήταν στο πεζοδρομιο και ενώ η ησυχία πλέον είχε πάρει για τα καλά τη θέση της τσιρίδας εκείνοι ακόμη άκουγαν το ουρλιαχτό . Το τζιπ έφυγε , μαζι και το σώμα του φίλου τους . Έμεινε απλά το κοκκιναδι του στην άσφαλτο να τους επιβεβαιώνει ότι αυτό δεν το φαντάστηκαν .

Εκείνη η Τετάρτη του Ιούλη , ήταν η τελευταία μέρα που έκαναν αυτή τη διαδρομή . Τίποτα δεν θα ηταν το ίδιο από την επόμενη μέρα , αυτό το τζιπ πήρε τη πνοή του φίλου του και μαζι την αθωότητα τους . Ίσως και να φοβήθηκαν, δεν ηθελαν πλέον να φεύγουν  από τη σειφ ζοουν τους . Ποιος ξέρει; Κανείς δεν παραδέχτηκε τίποτα , έγινε κάπως φυσικά και αβίαστα όλο αυτό , σα να ηταν αυτό που έκαναν πάντα .

Πέρασε ο καιρός  , ήρθε ο Μαις και το γιασεμί στη γειτονιά  είχε  αρχίσει πάλι να θυμίζει σε όλους ότι η ζωή είναι ωραία .

Κάπως έτσι  και οι 3 μας φίλοι είχαν αρχίσει πάλι τις εξορμήσεις στην πόλη τον τελευταίο μήνα . Διαφορετική διαδρομή , ίδιος σκοπός . Φαγητό , χάδι , γάτες και πάει λέγοντας .

Σάββατο και τα μαγαζιά ανοιχτά ήταν πρωί. Έπρεπε να διασχίσουν τον κεντρικό για να συνεχίσουν παραθαλάσσια την βόλτα τους .

Οι 3 τους στη σειρά Περίμεναν να σταματήσει η κινήση και να διασχίσουν τον δρόμο όμως καθώς περίμεναν τον είδαν . Ήταν αυτός , ναι ήταν σίγουρα αυτός . Αλλαγμένος , κάπως παχουλός , λίγο πιο άσπρος ,με μια κόκκινη μπαντανα σαν το κοκκιναδι που άφησε στην άσφαλτο εκείνο το βράδυ . Ήταν αυτός και αυτή δίπλα του ήταν η κυρία Τσιρίδα , αυτή ήταν ίδια όπως εκείνο το βράδυ .

 

Αν τους έβλεπες θα έλεγες ότι το λουρί που τους ένωνε ήταν σαν το δάχτυλο του Θεού και Αδάμ , στην τοιχογραφία «η δημιουργία  του Αδάμ» στην Καπέλα Σιξτινα . Ήταν σαν να ήταν πάντα μαζί , σα να γεννήθηκαν για να συναντηθούν . Ήταν τέλειοι .

Δεν διέσχισαν ποτέ το δρόμο . Ο καιρός πέρναγε και τα συναισθήματα άλλαζαν . Στην αρχή ήταν οργή για όλο το πένθος που έζησαν , έπειτα  χαρά για εκείνον και τελικά μια λύπη για εκείνους . Για τη δίκη τους ζωή , δεν ηταν πλέον οι φανταστικ φορ και είχαν περάσει πολλά καλοκαίρια στο δρόμο , δεν ξέρανε ποσά αλλά ηταν πολλά . Μήπως έπρεπε να κοιτάξουν το μέλλον τους , χόρτασαν από εξερεύνηση , καταδιώξεις γατών και σουβλάκια του κυρ Παντελή . Μια μπαντανα τους έλειπε τώρα , το είχαν αποφασίσει.

Ήρθε ο Ιούλιος . Εκείνοι έτοιμοι να σωθούν , ήξεραν τι πρέπει να γίνει , περίμεναν την κατάλληλη στιγμή . Ένας – ένας όμως δεν γίνεται όλοι μαζί , τελευταίος θα έμενε ο μικρότερος . Ήταν το δίκαιο . 

 

Ήρθε η στιγμή , πέρασε το δρόμο ήρθε ο μαύρο τζιπ , δεν ακούστηκε τσιρίδα μόνο ένας θόρυβος από το αμάξι . Το τζιπ έφυγε . Εκείνος όμως έμεινε εκεί ξαπλωμένος στη μέση του δρόμου , να μη κάνει ούτε μπρος ούτε πίσω . Να ξεκουράζεται , αιώνια

Sotiris 01
cookies

This website uses cookies not only for your best possible experience, but also because we love them...